ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 1822: Ο ΓΟΥΝΑΡΗΣ ΣΩΖΕΙ ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ
Ο Γιάννης Γούναρης γεννήθηκε στο Κεράσοβο των Ιωαννίνων. Η ημερομηνία της γέννησής του παραμένει άγνωστη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Ζούκας. Αρχικά υπηρέτησε, ως κυνηγός και τραγουδιστής, στην αυλή του Αλή πασά. Εκεί απέκτησε και το προσωνύμιο Γούναρης, με το οποίο είναι γνωστός στους περισσότερους.
Απέκτησε δε αυτό το παρατσούκλι, επειδή κυνηγούσε, ως επί το πλείστο, γουνοφόρα ζώα. Ήταν υπό τις διαταγές του Αλή πασά μέχρι το 1822. Τη χρονιά εκείνη έπεσε ο Αλή πασάς. Μετά την πτώση του, το πασαλίκι των Ιωαννίνων ανέλαβε ο Ομέρ Βρυώνης. Ο Γούναρης υπηρέτησε στην αυλή του νέου αφέντη με τις ίδιες ιδιότητες, ήτοι ως κυνηγός και αοιδός.
Ο Γούναρης, στη διάρκεια της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγιού από τους Τούρκους (25 Οκτωβρίου 1822 – 31 Δεκεμβρίου 1822), χάρη στη δράση του, αποτέλεσε μοναδικό παράδειγμα υψηλού πατριωτισμού και απαράμιλλης αυτοθυσίας. Τα χαρίσματά του αυτά τα πλήρωσε ο δυστυχισμένος με τη ζωή της γυναίκας του και των παιδιών του.
Γνωρίζοντας, από ακριτομυθίες του επιτελείου του αφέντη του, την απόφαση των Τούρκων, ξημερώνοντας Χριστούγεννα, την ώρα που ο κόσμος και η φρουρά θα ήταν στις εκκλησιές, να αιφνιδιάσουν τους πολιορκημένους, για να κυριεύσουν το Μεσολόγγι, έφυγε από τα Γιάννενα, χαράματα της παραμονής της μεγάλης γιορτής της Χριστιανοσύνης, λέγοντας πως, τάχα, θα πήγαινε να κυνηγήσει αγριόπαπιες και άλλα θαλασσοπούλια στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγιού.
Όταν έφτασε στον προορισμό του, τράβηξε προς την «Άσπρη Αλυκή». Πορευόταν με την ελπίδα πως, ίσως, στον δρόμο του συναντούσε κάποιον, με τον οποίο θα κατάφερνε να ειδοποιήσει τους πολιορκημένους για τις προθέσεις των Τούρκων.
Κρύφτηκε, λοιπόν, ανάμεσα στα νεροκάλαμα και περίμενε. Και, ω του θαύματος, ο κατάλληλος άνθρωπος βρέθηκε. Ήταν ο Θανάσης Κραβαρίτης, ο γραμματικός του στρατηγού Δημητρίου Μακρή, ο οποίος πήγαινε με ένα πριάρι στο Αιτωλικό, σε εμπιστευτική αποστολή, μαζί με άλλους δυο Μεσολογγίτες.
Όταν τους είδε από τη «φυλάχτρα» του ο Γούναρης, τους έκανε σινιάλο με το μαντήλι του να ζυγώσουν! Εκείνοι όμως, βλέποντάς τον οπλισμένο και με φέσι στο κεφάλι, φοβήθηκαν! Δίσταζαν να πλησιάσουν! Στη στιγμή εκείνος, σαν να κατάλαβε τους φόβους και τις ανασφάλειές τους, πέταξε κάτω το όπλο και το φέσι του κι έπεσε στη θάλασσα, φωνάζοντάς τους ότι είναι χριστιανός και πως θέλει το καλό του Μεσολογγιού και των αδερφιών του!
Τότε οι Μεσολογγίτες πήραν θάρρος, τον πλησίασαν άφοβα με το πριάρι τους κι εκείνος, κάνοντας συνεχώς το σημείο του Σταυρού, τούς γνωστοποίησε το σχέδιο, τονίζοντάς τους τη σπουδαία λεπτομέρεια ότι η κύρια επίθεση θα γινόταν από την
ανατολική πλευρά του Φρουρίου μετά τα μεσάνυχτα. Μόλις ολοκλήρωσε την αποστολή του εξαφανίστηκε, χωρίς να τους πει το όνομά του. Τους είπε μόνο ότι, παλιά, ήταν κι εκείνος αρματολός και κλέφτης κι ακόμα ότι είχε πολεμήσει κι εκείνος τους Τούρκους, μαζί με πολλούς απ’ τους πολιορκημένους στο Μεσολόγγι.
Όταν απομακρύνθηκε ο άγνωστος, εκείνοι, χωρίς χρονοτριβή, πήραν τον δρόμο της επιστροφής και ξαναγύρισαν στο Μεσολόγγι. Κόντευε να βραδιάσει, όταν ο Θανάσης Κραβαρίτης ανέφερε στον αρχηγό του, τον στρατηγό Δημήτριο Μακρή, τα συμβάντα.
Εκείνος, μόλις πληροφορήθηκε τα δυσάρεστα νέα, συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη των καπεταναίων και των προκρίτων, στην οποία παραβρέθηκε και ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ. Στη σύσκεψη ο καπετάνιος, παρουσία όλων, ανακοίνωσε τα όσα τού είπε ο γραμματικός του. Μετά από συζήτηση, ομόφωνα αποφασίστηκε να μην ανοίξουν τις εκκλησίες εκείνη τη νύχτα και να βρεθούν όλοι στις ντάπιες, χωρίς να λείψουν ούτε οι γυναίκες ούτε τα παιδιά, που ήταν σε θέση να πάρουν μέρος στην άμυνα και να υπερασπίσουν τα πόστα τους χωρίς υποχώρηση και με κάθε θυσία.
Η επίθεση των Τούρκων ξεκίνησε στις τέσσερις τα χαράματα, κράτησε τρεις ολόκληρες ώρες και υπήρξε ανεπιτυχής, χάρη στην ανδρεία, την αποφασιστικότητα και την αυτοθυσία των αντρών της Φρουράς.
Ξημερώνοντας πρωτοχρονιά του 1823 οι δυο Τούρκοι πασάδες, ο Κιουταχής κι ο Ομέρ Βρυώνης, έφυγαν καταντροπιασμένοι, ενώ το Μεσολόγγι γιόρταζε τον καινούργιο χρόνο ελεύθερο.
Στο μεταξύ ο Γούναρης, ο σωτήρας του Μεσολογγιού, προδομένος από κάποιον Σλάβο στον Ομέρ Βρυώνη, μόλις που κατάφερε και γλίτωσε το κεφάλι του, φεύγοντας. Ο αφέντης του, για να τον εκδικηθεί, κατέσφαξε τη γυναίκα του και τα παιδιά του στην Άρτα, όπου τους κρατούσε αιχμάλωτους.
Η πράξη του Γιάννη Γούναρη αναγνωρίστηκε από πάρα πολλούς οπλαρχηγούς. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, του παρέδωσε αποδεικτικό έγγραφο, με το οποίο διέταζε τη Διοίκηση να τον αποζημιώσει, χρηματικά, για τη θυσία του. Ο Γούναρης, καταρρακωμένος, κυρίως εξαιτίας της εκτέλεσης των μελών της οικογενείας του, διεκδικούσε, καθημερινά σχεδόν, για δύο μήνες από το Υπουργείο Οικονομίας, την ανταμοιβή του, χωρίς αποτέλεσμα. Μάλιστα, στις 2 Οκτωβρίου του 1824, απέστειλε ο ίδιος έγγραφη διαμαρτυρία του για την αδιαφορία της Γενικής Γραμματείας. Στις 14 Αυγούστου 1830, η Γραμματεία των Στρατιωτικών, προκειμένου να ανακουφιστεί από την οικονομική εξαθλίωση στην οποία είχε περιέλθει, τού έδωσε 120 φοίνικες, παρά τη διαταγή του Προέδρου Γεωργίου Κουντουριώτη, η οποία έκανε λόγο για 1.500 γρόσια.
Το 1833 ο ήρωας, μη έχοντας πια άλλον προορισμό στον κόσμο, αποτραβήχτηκε πικραμένος στο φαράγγι της Κλεισούρας, που βρίσκεται κοντά στο Μεσολόγγι κι έγινε καλόγερος στο μοναστήρι της Αγίας Ελεούσας. Έμεινε εκεί μέχρι που πέθανε, προσφέροντας στους διψασμένους διαβάτες το δροσερό νεράκι, που κατέβαζε στον δρόμο με τις στάμνες του από τη γάργαρη πηγή της σπηλιάς.
Μετά την εγκαθίδρυση της βασιλείας στην Ελλάδα, ζήτησε από τον Όθωνα την παραχώρηση μιας μικρής έκτασης γης για την υποδοχή των προσκυνητών. Η επιθυμία του εισακούστηκε. Με απόφαση του βασιλιά παραχωρήθηκε στη Μονή Παναγίας Ελεούσας μια μικρή έκταση γης για την υποδοχή των προσκυνητών, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Γιάννη Γούναρη.
Πηγές:
1. Βικιπαίδεια
2. Πετρόπουλος Ν. Κωνσταντίνος: «Σκηνές Εθνικού Μεγαλείου από τις Πολιορκίες και την Έξοδο του Μεσολογγίου», Μεσολόγγι 2003, σελ. 62, 63 & 64
Αναρτήθηκε 22 Δεκεμβρίου 2025 10:50