ΓΑΛΑΤΑΣ
ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

 

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ

      Γεννήθηκε το 1869 στο Μεσολόγγι και πέθανε το 1943 στην Αθήνα. Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης του Αγαμέμνονα και της Ζωής το γένος Κερασοβίτη, γεννήθηκε στο Μεσολόγγι, και καταγόταν από γενιά αγωνιστών από τη Μαλακάση της Πίνδου  . Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και μετά τον αγώνα αφοσιώθηκε στην καλλιέργεια των κτημάτων του, στο Γαλατά Μεσολογγίου , όπου πολύ καιρό ο μικρός Μιλτιάδης βρίσκεται εκεί.
    Η μητέρα του απέκτησε συνολικά οχτώ παιδιά. Εεπέζησαν όμως μόνο ο Μιλτιάδης και τρία κορίτσια. Η οικογένειά του ήταν εύπορη, κάτι που του έδωσε τη δυνατότητα να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία για ολόκληρη τη ζωή του. Τα γυμνασιακά του χρόνια πέρασε στο Μεσολόγγι, την Πάτρα και την Αθήνα και κατόπιν οικογενειακής πίεσης γράφτηκε το 1888 στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου δεν αποφοίτησε ποτέ.
Φοιτητής ακόμα , δημοσίευσε ποιήματα αρχικά στην «Εικονογραφημένη Εστία».
     Επειδή όπως ειπώθηκε καταγόταν από γενιά αγωνιστών του 1821 και το κλίμα της λεβεντιάς-μέσα στο οποίο έζησε -το διοχέτευσε αργότερα στα έργα του . Παντρεύτηκε την Ελίζα κόρη του πολιτικού Επαμεινώνδα Δεληγιώργη κι έζησε μέσα σε ένα περιβάλλον αρχοντικό , στο περιβάλλον της Aθηναϊκής κοσμικής κοινωνίας της εποχής.
     Επειδή διέθετε  οικονομικά μέσα , του δόθηκε η ευκαιρία να κάνει πολλά ταξίδια . Ταξίδεψε στη Γερμανία, στη Κωνσταντινούπολη και στο Παρίσι. Στη γαλλική πρωτεύουσα έζησε αρκετά χρόνια και συνδέθηκε με τον Ελληνογάλλο Ζαν Μωρεάς  ( Jean Moreas) . Δείγμα των σχέσεων του με τον ποιητή αυτόν υπήρξε η μετάφραση στα ελληνικά των «Στροφών» του ποιητή.
     Το 1915 επέστρεψε στην Αθήνα , όπου εξακολούθησε να ζει μέσα στο αριστοκρατικό περιβάλλον της πρωτεύουσας. Παρόλο ότι είχε γνωρίσει κοινωνική επιτυχία και ζούσε σε κύκλους μακριά από τον απλοϊκό λαό , δεν έσβησε ποτέ το αίσθημα της ρουμελιώτικης λεβεντιάς .Έγραψε στοίχους όπου ύμνησε την παλικαριά και τους αγώνες των κλεφτών και αρματολών της ελληνικής υπαίθρου. Την ποίηση του τη χαρακτηρίζει ο αυθορμητισμός , η συναισθηματικότητα και μια διάφανη μελαγχολία. Στα έργα του είναι έντονη η αίσθηση του ρυθμού και της μελωδίας .Επηρεάστηκε από τον Ζαν Μωρεάς       ( Jean Moreas), από τους σύγχρονους Έλληνες , από τον Παλαμά ιδιαίτερα , και από το γνήσιο δημιούργημα του λαού μας ,το δημοτικό τραγούδι. Οι επιδράσεις αυτές συγκεράστηκαν από τον ποιητή και καλύφθηκαν κάτω από την προσωπική σφραγίδα του.
     Εκτός από τα ποιήματα που έγραψε , ασχολήθηκε και με το θέατρο καθώς και με την μετάφραση στα ελληνικά πολλών κλασικών Ευρωπαίων λογοτεχνών .
Μετέφρασε ποιήματα του Δάντη, του Γκαίτε, του Ιψεν του Μπάυρον κ.α.
Από τις ποιητικές του συλλογές σημειώνουμε τις παρακάτω: «Ώρες», «Αντίφωνα» , «Συντρίμματα» , «Ο Τάκης Πλούμης», « Ο Μπαταριάς», «Το ερωτικό» ,  «Σκόρπια φύλλα της ζωής μου», αυτοβιογραφικές σελίδες κ.α.
     Για πολλά χρόνια υπηρέτησε ως υπάλληλος στη βιβλιοθήκη της Βουλής και διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Το 1924 τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων. Τα απαντά του εκδόθηκαν μετά το θανατό του το 1964. Ο Μιλ. Μαλακάσης πέθανε , κατά τη διάρκεια της κατοχής, στις 27 Ιανουαρίου  το 1943 στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός»,

Βιβλιογραφία
Διον. Τσουράκη Βιογραφίες εκδ. ΑΛΚΥΩΝ 1982




 



 
 
               

                                                                                      
 
 ΤΟ ΛΕΝΕ Τ'ΑΗΔΟΝΑΚΙΑ!   
 
πως χτυπά καμιά φορά   
τούτ' η καρδιά κι αναφτερά,

τώρα στα γεροντάματα,

σα νιός να ξαναχαίρομαι φεγγάρι-μέρα, αστροφεγγιά,

δύσες γλυκοχαράματα !

Σαν απ' την τάξη τη μουχλή στο πατρικό μου να γυρνώ,

και νάχω σκόλη τρίμερη,

καινα είμαι για το Γαλατά και για τ' αθάνατο βουνό

μετην πλαγιά την ήμερη.

Κ'εκεί, σα να με καρτερούν γιδάρηδες μου πιστικοί,

πρατάρηδεςσυντρόφοι μου, 

μ'άλλους να μπαίνω στα λογγά  κι άλλοι απ'την άγναντη κορφή

να ρίχνουν στο πιστρόφι μου.

Κι ακόμα, σα ναν' έτοιμα,τυρί,μυζήθρα, το σφαχτό

καιτο γλυκό το νιώτικο,

κιαπά σε πλατανόφυλλα το κοκορέτσι το ζεστό

και το ρακί τ΄Αηλιώτικο.

Κ'ύστερα , σα να μου κρατούν την καλαμάτα στο χορό

βλαχούλες και βλαχόπουλα,

κ'εκεί που σειέμαι και λυγώ και στρίβω και νυχοπατώ,

να μου φωνάζουν :όπουλα !...

Α! πως χτυπά καμιά φορά τούτ'  η καρδιάκι αναφτερά,

καιπως μ' ανάβουν τα αίματα,

σαναμ' εκεί και τραγουδώ με τη φλογέρα συνοδιά:

<<Τολένε τ' αηδονάκια στα κλεισορέματα..>>

ΜιλτιάδηςΜαλακάσης

 
 
 
 
 
 


 
POWERED BY SigmaWeb's SiteBuilder